Τη μέρα που η Ευρώπη ξύπνησε ξανά με την είδηση ενός πολέμου

Στις 23 Φεβρουαρίου, η Δύση ξύπνησε με την εισβολή ρωσικών δυνάμεων στο ουκρανικό έδαφος. Οι πρώτες εκρήξεις έχουν ήδη σημειωθεί κοντά στην ουκρανική πρωτεύουσα, το Κίεβο. Χιλιάδες άνθρωποι αναζητούν καταφύγιο ή εγκαταλείπουν τις πόλεις τους, ενώ οι δυτικές δυνάμεις συζητούν για κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Για να κατανοήσουμε τις λεπτομέρειες της ουκρανικής κρίσης, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στη σειρά των γεγονότων που οδήγησαν στο ξέσπασμα της και στη στάση των δυνάμεων της γεωπολιτικής σκακιέρας. Είναι απαραίτητο να εξεταστεί ο ρόλος των υπολειμμάτων του Ψυχρού Πολέμου: Πώς διαμορφώθηκε η διεθνής σκηνή μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Πώς η ιστορία του Ψυχρού Πολέμου επηρεάζει τη διεθνή ισορροπία μέχρι σήμερα.

Τον Νοέμβριο του 2021, η ουκρανική κυβέρνηση κατήγγειλε την ανάπτυξη ρωσικής στρατιωτικής δύναμης 80 χιλιόμετρα από τα κοινά σύνορα των δύο χωρών. Οι ρωσο-ουκρανικές σχέσεις επανέρχονται στο προσκήνιο μετά από μια περίοδο σχεδόν 8 ετών από τα γεγονότα της Κριμαίας. Ανοίγει ένας διπλωματικός διάλογος μεταξύ της Ρωσίας και της “Δύσης” που δοκιμάζει τη δύναμη του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.

Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η παγκόσμια σκηνή απέκτησε νέα διάσταση και το πιο θεμελιώδες ζήτημα είναι αυτό της “ευρωπαϊκής ασφάλειας”. Η τρέχουσα κρίση “δικαιώνει” τους επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι το διεθνές σύστημα του Ψυχρού Πολέμου δεν αντικαταστάθηκε ποτέ από ένα σύστημα ασφαλείας, ικανό να εξασφαλίσει μια αποτελεσματική αντίδραση σε αποσταθεροποιητικά γεγονότα, στην περιφέρεια της Ανατολικής Ευρώπης. Ταυτόχρονα, αν και η Δυτική Ευρώπη δεν είναι πιθανό να γίνει το κέντρο ενός πολέμου, οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που θα αντιμετωπίσει θα είναι καταστροφικές. Θεσμικά η οικοδόμηση της “ευρωπαϊκής ασφάλειας” έχει επικεντρωθεί σε τρεις οργανισμούς: το ΝΑΤΟ, τον θεμελιώδη πυλώνα της δυτικής διπλωματίας, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, και τον ΟΑΣΕ, τον μεγαλύτερο διακυβερνητικό οργανισμό για τη διατήρηση της ασφάλειας.

Όμως είναι σαφές ότι μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Δύση δεν μπόρεσε να αναπτύξει μηχανισμούς ασφαλείας που να καλύπτουν την Ανατολική Ευρώπη. Η περιοχή παραμένει πηγή αστάθειας, επειδή η προστασία της βασίζεται σε ad hoc αποφάσεις και όχι σε θεσμικές εγγυήσεις. Έτσι, βρισκόμαστε σήμερα να βλέπουμε εικόνες βομβαρδισμένων περιοχών, ενώ τα δυτικά κράτη απλώς επιπλήττουν τις ρωσικές ενέργειες.

Αν κοιτάξετε τη Ρωσία γεωγραφικά, βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, ως μια απέραντη έκταση παγωμένων, μη βιώσιμων πεδιάδων, με αναλογικά μικρό πληθυσμό και έλλειψη πρόσβασης σε ζεστά, και επομένως εκμεταλλεύσιμα, λιμάνια. Αυτό που την κάνει τη δύναμη που είναι, είναι ο ενεργειακός πλούτος που κρύβει το υπέδαφός της, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, που της επιτρέπουν να συνάπτει οικονομικές συμφωνίες με άλλες δυνάμεις και να διατηρεί μια θέση ισχύος.

Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που κάποτε αποτελούσαν μέρος του Συμφώνου της Βαρσοβίας μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: ουδέτερα, φιλορωσικά και φιλοδυτικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνα που παράγουν τη δική τους ενέργεια και επομένως δεν εξαρτώνται από καμία πλευρά για την ασφάλεια ή το εμπόριό τους. Η δεύτερη περιλαμβάνει κράτη των οποίων οι οικονομίες συνδέονται με τη Ρωσία. Στην τρίτη κατηγορία βρίσκονται οι χώρες που υπέφεραν από τη σοβιετική τυραννία. Υπάρχουν όμως τρία κράτη-κλειδιά: η Γεωργία, η Μολδαβία και η Ουκρανία. Τα κράτη αυτά θέλουν να ενταχθούν σε δυτικούς οργανισμούς, αλλά η γεωγραφική τους εγγύτητα με τη Ρωσία το καθιστά δύσκολο. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ οποιασδήποτε από αυτές τις τρεις χώρες θα σήμαινε την έναρξη ενός πολέμου στον ευρωπαϊκό χώρο…

Μπροστά στην ουκρανική κρίση, η Ε.Ε. επιβάλλει περιορισμένες οικονομικές κυρώσεις, επειδή αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εξαρτώνται από τη ρωσική ενέργεια για να επιβιώσουν. Οι αγωγοί διέρχονται από την Ανατολή προς τη Δύση και επομένως εναπόκειται στο Κρεμλίνο να “κρατήσει τις βαλβίδες ανοιχτές”. Η ενέργεια ως παράγοντας πολιτικής ισχύος αξιοποιείται πλήρως και κάθε ρωσική κίνηση αντιμετωπίζεται με επιείκεια.

Είναι εξαιρετικά ουτοπικό να πιστεύει κανείς ότι οι εκκλήσεις για “σεβασμό του διεθνούς δικαίου” θα απαντηθούν από τη ρωσική πλευρά. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ δηλώνει ότι δεν υπάρχει πρόθεση αποστολής στρατιωτικών δυνάμεων στην Ουκρανία. Οι φιλο-ουκρανικές δυτικές δυνάμεις, τώρα που ο κ. Πούτιν “άνοιξε το κουτί της Πανδώρας”, δεν εμπλέκονται. Φαίνεται ότι υποτίμησαν τη ρωσική επιθετικότητα και έχουν “καταδικάσει την Ουκρανία σε θάνατο”.

Μαριάννα Σπηλιωτάκη