Ιστορίες Ασιτίας: Από το Σουδάν του ‘93 στη Μοσούλη του ‘16

Πριν λίγο καιρό καθόμουν στο μάθημα δημοσιογραφίας που κάνουμε στην εφημερίδα των «Αποδημητικών Πουλιών». Η θεματική του μαθήματος ήταν για την επιρροή των φωτογραφιών στην κοινή γνώμη. Είδαμε και αναλύσαμε κάποιες από τις 100 πιο επιδραστικές φωτογραφίες των τελευταίων δεκαετιών. Από αυτές τις φωτογραφίες ήταν και αυτή του Κέβιν Κάρτερ, με τίτλο «Ο γύπας και το μικρό κορίτσι». 

Ο φωτογράφος Κάρτερ, από τη Νότια Αφρική, ήταν σε ταξίδι σε κάποιο μακρινό χωριό στο Σουδάν όταν άκουσε ένα μικρό κορίτσι να κλαίει. Όταν έφτασε στο μέρος που ήταν το κορίτσι που υπέφερε από υποσιτισμό, είδε έναν γύπα να το κοιτάζει σαν να περιμένει να πεθάνει για να το φάει. Ο Κάρτερ πήρε το διεθνές βραβείο του Πούλιτζερ για αυτή την φωτογραφία το 1993 αλλά δέχτηκε ένα μεγάλο κύμα κριτικών για την επιλογή του να τραβήξει την φωτογραφία αντί να βοηθήσει το κορίτσι. Αργότερα αυτοκτόνησε.

Συγκινήθηκα πολύ και παραλίγο να κυλήσει ένα δάκρυ από το μάτι μου γιατί είχα ζήσει μια παρόμοια κατάσταση πείνας στη Μοσούλη, την πόλη μου, μέσα στην οποία ήμασταν πολιορκημένοι. Τότε οι δυνάμεις που μας πολιορκούσαν μας είχαν απαγορεύσει το φαγητό και το νερό για 6 μήνες. Ταυτόχρονα το ΙΣΙΣ που ήταν μέσα στη Μοσούλη έδινε το φαγητό που είχε μόνο στα μέλη του. Ήταν αρνητικοί να δώσουν φαγητό σε μας ακόμα και όταν τους προσφέραμε χρήματα. Οι υπόλοιποι αθώοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να πάρουν τίποτα από καμία πλευρά.

Επειδή είχαμε προβλέψει την πολιορκία αυτή, είχαμε πάρει προμήθειες λίγες μέρες πριν την έναρξη της. Τις ημέρες της πολιορκίας περιορίσαμε πολύ την κατανάλωση φαγητού για να μας φτάσει όσο περισσότερο γινόταν. Δεν μας είχε μείνει τίποτα εκτός από ελάχιστα υλικά. Εμείς, όπως και άλλοι, είχαμε σκέτο άβραστο σιτάρι για να φάμε διότι μας είχαν απαγορεύσει το νερό. Για να πάρουμε νερό έπρεπε να πάμε στο πηγάδι και η διαδικασία ήταν πολύ δύσκολη γιατί είχαμε μόνο κουβάδες. Τους κατεβάζαμε στο πηγάδι και τους γεμίζαμε νερό για να πίνουμε, να πλενόμαστε και να καθαρίζουμε το σπίτι. Δεν καταναλώναμε πολύ νερό γιατί πάντα υπήρχε περίπτωση να μην μπορούμε να βγούμε από τα σπίτια μας την ώρα του βομβαρδισμού. Είχε τύχει, βέβαια, να μας βομβαρδίζουν την ώρα που τραβούσαμε νερό, αλλά παρόλο τον κίνδυνο συνεχίζαμε λόγω της μεγάλης μας ανάγκης.  

Την τελευταία μέρα της πολιορκίας ήρθε σε εμάς ο γείτονας με το παιδί του και μας είπε ότι δεν είχαν φάει τίποτα για δύο μέρες και ότι ο γιος του δεν άντεχε άλλο, χρειαζόταν να φάει κάτι επιτόπου. Όταν είδαμε το παιδί σε αυτή την τρομερή κατάσταση, έτοιμο να λιποθυμήσει από την πείνα και τη δίψα, ο μεγάλος μου αδερφός έφερε ό,τι μας είχε απομείνει από φαγητό, δηλαδή ρύζι και λίγη σάλτσα ντομάτας, και έδωσε το μισό στον γείτονα μας λέγοντας του: «Αυτό το μισό για σένα και το άλλο για μας». 

Ο γείτονας μας συγκινήθηκε τόσο που κόντεψε να κλάψει από τη χαρά του και μας ευχήθηκε τα καλύτερα. Του είπαμε πως το να μοιραζόμαστε το φαγητό μεταξύ μας είναι υποχρέωση μας και πως αυτό το φαγητό μας το έδωσε ο Θεός. Κάθε γείτονας οφείλει να βοηθάει τον γείτονα του την ώρα της ανάγκης.

Με αυτές τις καλές μας προθέσεις απελευθερώθηκε η Μοσούλη από τις δυνάμεις ασφαλείας την επόμενη ημέρα. Το φαγητό που μοιραστήκαμε ήταν το τελευταίο μας γεύμα πριν απελευθερωθεί η πόλη. Μετά τη λήξη της πολιορκίας βρήκαμε φαγητό να φάμε και νερό να πιούμε. Ζήσαμε όμορφες μέρες, χωρίς τον τρόμο που μας συνόδευε κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Μοσούλης από το ΙΣΙΣ, μακριά από την πείνα που κόντεψε να σκοτώσει την πόλη μας.

Αμπντούλ Ραχμάν Μανταλά

Young Journalists

Σχολιάστε